ξηλώνω

ξηλώνω
μετ.
1) распарывать; отпарывать, спарывать, выпарывать; 2) разрывать по шву; 3) разбирать (на части); 4) увольнять, устранять от должности;

ξηλώνομαι — распарываться, отпарываться; — разрываться по шву


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ξηλώνω" в других словарях:

  • ξηλώνω — ξηλώνω, ξήλωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξηλώνω — 1. ανοίγω τις ραφές ραμμένου ενδύματος, ξεράβω 2. αφαιρώ τα καρφιά καρφωμένου αντικειμένου, ξεκαρφώνω 3. (σχετικά με μηχανή) διαλύω σε συστατικά μέρη, αποσυνθέτω, ξεμοντάρω 4. μτφ. διώχνω κάποιον, απομακρύνω κάποιον από τη θέση εργασίας του,… …   Dictionary of Greek

  • ξηλώνω — ξήλωσα, ξηλώθηκα, ξηλωμένος. 1. αποσυνδέω τα κομμάτια από τα οποία αποτελείται κάτι: Ξηλώσαμε το δάπεδο και βάλαμε μάρμαρα. 2. για ρούχα, χωρίζω τα κομμάτια ρούχου, βγάζοντας τις κλωστές, τις ραφές: Ξήλωσα το παντελόνι και το γύρισα. – Ράβε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεμανικώνω — ξηλώνω ή σηκώνω τα μανίκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + μανικώνω «ράβω μανίκια σε ένδυμα»] …   Dictionary of Greek

  • εξηλώνω — και ξηλώνω (AM ἐξηλῶ, όω) μσν. νεοελλ. (για ρούχα) κόβω τις ραφές και χωρίζω τα κομμάτια («ξηλώθηκε ό γιακάς») νεοελλ. μτφ. 1. απομακρύνω κάποιον από τη θέση που κατέχει και τόν μειώνω ηθικά 2. φθείρω, χαλώ 3. μέσ. ξηλώνομαι μού αποσπούν χρήματα… …   Dictionary of Greek

  • εξυφαίνω — (AM ἐξυφαίνω) μσν. νεοελλ. ξηλώνω αυτό που ύφανα νεοελλ. μηχανεύομαι, μηχανορραφώ («εξυφαίνω συνωμοσία») αρχ. 1. ολοκληρώνω την ύφανση 2. αποπερατώνω, τελειώνω («ἐξύφαινε... φόρμιγξ μέλος πεφιλημένον», Πίνδ.) 3. παθ. ετοιμάζομαι …   Dictionary of Greek

  • καταξηλώνω — 1. ξηλώνω εντελώς 2. μτφ. αποτρέπω, εμποδίζω («και το ρεμέντιο νά βρομε να καταξηλωθούσι», Φορτουν.) …   Dictionary of Greek

  • ξ(ε)- — (Μ ξ[ε] ) αχώριστο μόριο ρημάτων (προρρηματικό) που επεκτάθηκε και σε ουσιαστικά. Προήλθε από την πρόθεση ἐκ / ἐξ. Η μορφή ξ ερμηνεύεται από ρ. συνθ. με την πρόθεση έξ, με σίγηση τού αρκτικού ε (πρβλ. ξανοίγω < ἐξ ανοίγω, ξαρματώνω < ἐξ… …   Dictionary of Greek

  • ξήλωμα — το [ξηλώνω] 1. άνοιγμα τών ραφών ενδύματος, κόψιμο τών ραφών, ξέραμμα 2. αφαίρεση τών καρφιών που συνδέουν δύο αντικείμενα, ξεκάρφωμα 3. διάλυση αντικειμένου στα τμήματα από τα οποία απαρτίζεται 4. το σημείο όπου κάτι έχει ξηλωθεί 5. διάλυση… …   Dictionary of Greek

  • ξεκαρφώνω — 1. αφαιρώ τα καρφιά από κάπου, ξηλώνω κάτι στερεωμένο με καρφιά («την περικεφαλαίαν του ζουλίζει, ξεκαρφώνει», Ερωτόκρ.) 2. μτφ. (σχετικά με δόντια) βγάζω …   Dictionary of Greek

  • ξεπλέκω — 1. λύνω κάτι πλεγμένο, ξηλώνω («ξέπλεξα το πουλόβερ») 2. αφήνω λυτά τα μαλλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἐκ πλέκω (αόρ. ἐξ έπλεξα), βλ. και λ. ξ(ε) ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»